To video της χρονιάς

ΕΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΕΙΡΗΝΗ, ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΟΥ ΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟ

Σε συγκυρίες όπως η παρούσα, με τα πολύ σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, οι κοινωνίες τείνουν να καταγίνονται με τα «μικρά και καθημερινά», που όμως είναι πολύ σημαντικά, γιατί αφορούν στην ολοένα και μεγαλύτερη επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου μιας πολύ σημαντικής ομάδας του πληθυσμού και στην προσπάθεια οικονομικής, ακόμη και βιολογικής επιβίωσης από τον Αρμαγεδώνα τις κρίσης.


Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας επιβίωσης είναι να διαλανθάνουν της προσοχής, να θεωρούνται δευτερεύοντα, ή ακόμη χειρότερα να αποσιωπούνται, τα «μεγάλα» ζητήματα που έχουν να κάνουν με τους κινδύνους που αντιμετωπίζει ένα έθνος, ιδιαίτερα στην πολύ δυσμενή θέση που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, η οποία αποδυναμώνεται οικονομικά και κοινωνικά και ταυτόχρονα επιδεινώνεται η διεθνής της εικόνα με αποτέλεσμα να φαντάζει ως θελκτικός «στόχος» πάσης φύσεως συμφερόντων και σχεδίων, τα οποία μπορεί να σκοπεύουν είτε στην οικονομική της εξάρτηση, είτε στην υποχώρησή της σε σημαντικά εθνικά ζητήματα, που άπτονται της εθνικής κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και ταυτότητας ή ακόμη και στη μεταβολή των γεωγραφικών δεδομένων ή/και συνόρων, στο πλαίσιο ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές απέχουμε 3 μόλις ημέρες από την τρίτη κατά σειρά εκλογική διαδικασία σε διάστημα μόλις 9 μηνών. Σύμφωνα με τα πολιτικά μηνύματα των κομμάτων ζούμε και πάλι στιγμές «θριάμβου» για ακόμη μία «λύση» και «διάσωση» της χώρας, με αποτέλεσμα το ελληνικό πολιτικό σύστημα να ατενίζει το μέλλον της Ελλάδας με «αισιοδοξία» και με σιγουριά για την «επιτυχία» του «σχεδίου διάσωσης», που για άλλη μία φορά είναι το «τελευταίο και οριστικό», με μερικές διαφοροποιήσεις ανάλογα με το ποιος τις απαγγέλλεται.

Θα ήθελα να τονίσω μια μικρή λεπτομέρεια. Για τη σωτηρία και την ανάκαμψη της Ελλάδας, εκτός από τα δημόσια οικονομικά πρέπει να διασωθούν και οι πολίτες αυτού του τόπου. Διάσωση που θα περιλαμβάνει την οικονομική και βιολογική τους επιβίωση, αλλά και την εξίσου σημαντική εθνική τους αξιοπρέπεια και ταυτότητα.

Θα ήθελα, επίσης, να παρατηρήσω ότι το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας και φοβάμαι ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού συστήματος, δεν αντιλαμβάνεται ή επιλέγει να «αγνοεί» το γεγονός ότι η γεωστρατηγική θέση της Ελλάδας είναι το ισχυρότερο εχέγγυο παραμονής της στην ευρωζώνη, κάτι που ο προσεκτικός παρατηρητής θα έχει διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια και υπό προϋποθέσεις το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της χαρτί. Εάν εκτός από ικανή θα είναι και αναγκαία συνθήκη για την παραμονή της στην ευρωζώνη, θα εξαρτηθεί από τη βούληση και το ρεαλιστικό σχεδιασμό των επόμενων κυβερνήσεων.


Το γεωπολιτικό και γεωοικονομικό περιβάλλον

Φαίνεται ότι το «κάρμα» ή η μοίρα -επί το ελληνικότερο- αυτού του τόπου είναι να ζει τις πιο δύσκολες στιγμές του εν τω μέσω σημαντικών διεθνών κρίσεων και ανακατατάξεων, με πολλά εθνικά μέτωπα «ανοικτά» και με ηγεσίες, που τις περισσότερες φορές, είναι κατώτερες των περιστάσεων. Την ώρα που η χώρα βιώνει την πιο σημαντική της κρίση, μετά το καλοκαίρι του 1974, το γεωπολιτικό και γεωοικονομικό περιβάλλον γύρω της διαμορφώνεται από:

1. Σοβαρές κρίσεις και ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή της Αν. Ευρώπης, της Ν. Αν. Μεσογείου και ιδιαίτερα της Μέσης Ανατολής με πρόσφατες τον μακρόχρονο και αβέβαιης έκβασης πόλεμο με άμεσα εμπλεκόμενους την Τουρκία, τη Συρία, το Ιράκ και τις ΗΠΑ και προσφάτως τη Ρωσία, ενώ εμμέσως όλους όσους διατηρούν συμφέροντα στην περιοχή. Πέρα από τα μακροπρόθεσμα προβλήματα που απορρέουν από τα παραπάνω, οι άμεσοι κίνδυνοι που προκύπτουν είναι:

Το τεράστιο πρόβλημα συνεχούς ροής χιλιάδων μεταναστών/προσφύγων που έχουν κατακλύσει όλη τη χώρα καθιστώντας την ταυτόχρονα κέντρο διερχομένων και αποθήκη ψυχών στην καλύτερη των περιπτώσεων. Στο παρόν σημείωμα δεν έχω το χώρο να αναφερθώ στο ακόμη μεγαλύτερο μεσομακροπρόθεσμο πρόβλημα που θα δημιουργηθεί λόγω της απουσίας ρεαλιστικής μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά και γενικότερης στρατηγικής αντιμετώπισης του προβλήματος, που εγκυμονεί κινδύνους δυναμικού εποικισμού και αλλοίωσης της σύνθεσης της ελληνικής κοινωνίας

Οι παραπάνω εξελίξεις και οι συνεπακόλουθες κρίσεις που είναι δυνατό να δημιουργήσουν, είναι πιθανό να εμπλέξουν τη χώρα σε μια σειρά γεωπολιτικών εξελίξεων κι ενδεχομένως στρατιωτικών επιχειρήσεων (άμεσα ή έμμεσα) λόγω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, αλλά και των διμερών συμφωνιών με τις ΗΠΑ (και ίσως πρόσφατων συμφωνιών με το Ισραήλ), που προβλέπουν τη χρήση της Σούδας ή και άλλων εγκαταστάσεων, όπως έγινε κατά τις πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις για την υποστήριξη της «Αραβικής Άνοιξης» στη Λιβύη.

Ακόμη και στην περίπτωση μη άμεσης εμπλοκής της χώρας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, ελλοχεύει ο πολύ σοβαρός κίνδυνος ασύμμετρων πληγμάτων ή «τρομοκρατικών» επιθέσεων, μετατρέποντας την Ελλάδα σε πεδίο «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» μεταξύ αντιμαχόμενων μυστικών υπηρεσιών ή οργανώσεων τύπου ISIS. Και όλ’ αυτά ενώ η όλο και περισσότερο επιδεινούμενη οικονομική κρίση έχει αποδυναμώσει –σε εγκληματικό βαθμό- ηθικά και υλικά τα σώματα ασφαλείας και τις ένοπλες δυνάμεις, μετατρέποντας τη χώρα σε «ξέφραγο αμπέλι» όπου οποιοσδήποτε μπορεί να πράξει ο,τιδήποτε χωρίς καμία πρόληψη, έλεγχο και τιμωρία.

2. Η συνεχιζόμενη εκκρεμότητα του «Μακεδονικού» ή Σκοπιανού –αν προτιμάτε- προβλήματος, το οποίο συνεχίζει να λιμνάζει.

3. Η αναζωπύρωση του οράματος της «Μεγάλης Αλβανίας» και των πρόσφατων επιθετικών πρωτοβουλιών.

4. Η Δυτική Θράκη, για τα προβλήματα της οποίας θα μπορούσε να γράψει κανείς τόμους κριτικής και πάλι να μην μπορεί να αναδείξει την πραγματικά επικίνδυνη διάσταση. Η διαχρονικά αμφιλεγόμενη ελληνική «στρατηγική» και κυρίως η έλλειψή της, σε συνδυασμό με το διαχρονικό φοβικό σύνδρομο απέναντι στην Τουρκία, έχουν καταστήσει τα προβλήματα της περιοχής, ίσως, στη Νο. 1 ωρολογιακή βόμβα για τα εθνικά θέματα.

5. Οι εξελίξεις στο Κυπριακό, που παρά την φαινομενικά προσωρινή αναβολή τους, συνεχίζονται υπόγεια κι επηρεάζουν και τα θέματα της ελληνικής ΑΟΖ, καθώς και την ευρύτερη ελληνική ενεργειακή –και όχι μόνο- στρατηγική γύρω από τις ευρύτερες εξελίξεις στην περιοχή.

Για μια ρεαλιστική κι αποτελεσματική εθνική στρατηγική

Για την αντιμετώπιση και την έστω κατ’ ελάχιστων θετική για τη χώρα διαχείριση του παραπάνω γεωπολιτικού και γεωοικονομικού περιβάλλοντος, απαιτείται η σχεδίαση μιας αποτελεσματικής Εθνικής Στρατηγικής, η διατύπωση ενός νέου ρεαλιστικού Αμυντικού Δόγματος, και η υποστήριξή τους με ισχυρές (πρωτίστως ηθικά και δευτερευόντως υλικά) ένοπλες δυνάμεις.

Η διεθνής βιβλιογραφία, αλλά και η διαχρονική πρακτική στην παγκόσμια ιστορία, έχουν αποδείξει ότι μια χώρα που θέλει να διασφαλίσει τα εθνικά της δίκαια κι επιδιώξεις, τα κυριαρχικά της δικαιώματα και την εθνική της αξιοπρέπεια, πρέπει να μπορεί να εμπνέει σεβασμό σε συμμάχους και εχθρούς (πέρα από την ιστορία της και τη διαχρονική της προσφορά στην ανθρωπότητα) κυρίως με την ισχυρή αποτρεπτική της δυνατότητα, αλλά και τη δυνατότητα προβολής ισχύος, που ενσωματώνονται και υλοποιούνται μέσω των αξιόπιστων, αποτελεσματικών και ισχυρών ενόπλων δυνάμεων.

Το ελληνικό έθνος, από αρχαιοτάτων χρόνων, αλλά και κατά τη διάρκεια του μικρού σχετικά βίου του νεοελληνικού κράτους, όποτε κατάφερε να συνδυάσει την προετοιμασία (μέσω της κατάλληλης νοηματοδότησης και στοχοθέτησης) της ελληνικής κοινωνίας, το σχεδιασμό ρεαλιστικής και αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής, την κατάλληλη προετοιμασία των ενόπλων δυνάμεων και τη σύμπηξη των κατάλληλων διεθνών συμμαχιών μεγαλούργησε επιτυγχάνοντας την πλειοψηφία των επιδιώξεών του. Όποτε δεν κατάφερε να πετύχει τον αρμονικό συνδυασμό των προηγούμενων προϋποθέσεων, βοηθούντος και του «εθνικού σπορ» της διχόνοιας, έζησε τραγωδίες που δοκίμασαν τη συνοχή της κοινωνίας, ακόμη και αυτή την ίδια τη γεωγραφική του ακεραιότητα και τη διατήρηση της εθνικής του ταυτότητας.


Θέλω να πιστεύω…

Η σημερινή συγκυρία της διεθνούς οικονομικούς κρίσης βρίσκει την Ελλάδα αποδυναμωμένη οικονομικά, σε φάση Ενδόρηξης και ολοένα και πιο αποδομημένη κοινωνικά. Έχει παγιδευτεί σε ένα σπιράλ ύφεσης, στο οποίο βυθίζεται όλο και περισσότερο, χωρίς καμία αντίδραση ή διέξοδο, λόγω της έλλειψης ικανού πολιτικού προσωπικού, αλλά δυστυχώς και της έλλειψης μιας πνευματικής και οικονομικής ελίτ. Αυτή η έλλειψη είναι πολύ πιο σημαντική, ακόμη και από την οικονομική κρίση της χώρας.

Προς το παρόν δεν είναι εμφανής εκείνη η δεξαμενή που θα τροφοδοτήσει τη χώρα με τις απαραίτητες δυνάμεις, ιδέες και πρόσωπα τα οποία θα αναλάβουν τις τύχες της χώρας, θα εμπνεύσουν και πάλι την κοινωνία δίνοντας ένα όραμα και θα εκπονήσουν ένα ρεαλιστικό και αποτελεσματικό εθνικό σχέδιο επιβίωσης, επανεκκίνησης και διασφάλισης της εθνικής αξιοπρέπειας.

Τα αποτελέσματα των επικείμενων εκλογών, όποια κι αν είναι, θα σπρώξουν τη «μπάλα» παρακάτω και θα εγκαινιάσουν μια σειρά αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, μέχρι την οριστική «κάθαρση» του πολιτικού συστήματος και την προσγείωση –ανώμαλης δυστυχώς- της ελληνικής κοινωνίας στην πραγματικότητα. Κι αυτό είναι τα αισιόδοξο σενάριο.

Μόλις 6 έτη από τη συμπλήρωση διακοσίων από την Παλιγγενεσία του 1821, θέλω να παραμένω αθεράπευτα αισιόδοξος και …

Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμη παραγωγικές και ικανές δυνάμεις στη χώρα, που μέχρι στιγμής έχουν επιλέξει για πολλούς και διάφορους λόγους να παραμένουν στο περιθώριο της –ούτως ή άλλως- ετοιμοθάνατης πολιτικής τάξης και της ανύπαρκτης ελίτ.

Θέλω να πιστεύω ότι όταν οι καταστάσεις ωριμάσουν και γίνει επιτακτική η ανάγκη εξεύρεσης λύσεων, αυτές οι υφέρπουσες προς το παρόν δυνάμεις, συναισθανόμενες το εθνικό τους καθήκον και τις δυνατότητές τους για ουσιαστική συμβολή στη διάσωση και την επανεκκίνηση της χώρας, θα αναλάβουν πρωτοβουλίες που θα την καταστήσουν και πάλι αξιόπιστη, πρώτα στους ίδιους τους πολίτες της, αλλά και διεθνώς.

Θέλω να πιστεύω ότι θα ξεπροβάλλουν και πάλι Έλληνες πολιτικοί του μεγέθους του Ιωάννη Καποδίστρια, του Χαριλάου Τρικούπη, του Ελευθερίου Βενιζέλου, του Ιωάννη Πρωτοπαπαδάκη, του Νικολάου Πλαστήρα, του Ιωάννη Μεταξά, του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ακόμη και του Ανδρέα Παπανδρέου και πολλών άλλων, που θα οδηγήσουν και πάλι τη χώρα σε ήρεμο λιμάνι, θα προβάλλουν πειστικά τις πραγματικές διαχρονικές αξίες της, θα αξιοποιήσουν τις σύγχρονες δυνατότητές της και αν απαιτηθεί δε θα διστάσουν να υπερασπισθούν και πάλι την εθνική της αξιοπρέπεια, με οποιοδήποτε απαραίτητο μέσο και τρόπο, διεκδικώντας την ισάξια συμμετοχή της στο όποιο διεθνές περιβάλλον έχει διαμορφωθεί στο μέλλον.

Ως κατακλείδα θα ήθελα να θυμίσω ότι μια προσεκτική ανάγνωση της ιστορίας της Ελλάδας, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως αντίδοτο σε όσους έχει αποκαρδιώσει η σημερινή κρίση.

Από την απελευθέρωσή της το 1821 ως σήμερα υπέφερε όσο καμία άλλη χώρα στην Ευρώπη: έζησε δύο εμφυλίους, έναν «ατυχή» πόλεμο το 1897, τουλάχιστον τέσσερις διεθνείς οικονομικούς ελέγχους, τρεις δικτατορίες, έναν εθνικό διχασμό και μια σειρά στρατιωτικά κινήματα, μια εθνική καταστροφή στη Μικρασία, δύο Βαλκανικούς και δύο Παγκόσμιους πολέμους, δύο Κατοχές από «συμμαχικά» και εχθρικά στρατεύματα. Βίωσε ένα ατέλειωτο ρέκβιεμ οδύνης αλλά και διθυράμβους εθνικής ανάτασης, καθώς και τη διεθνή αναγνώριση –από φίλους κι εχθρούς- για την τιμητική συμμετοχή της στα πολεμικά πεδία, σχεδόν πάντοτε με την πλευρά των τελικών νικητών. Και παρ’ όλα αυτά επέζησε!

Καλώς ή κακώς, από «ψωροκώσταινα» κατάφερε -με ίσιους ή πλάγιους τρόπους- σήμερα να αποτελεί ένα από τα 27 μέλη της Ευρωζώνης και να ξαναδίνει τη μάχη επιβίωσής της, από μάλλον καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν.

* ‘Si vis pacem, para bellum


Η πιο διαδεδομένη απόδοση του διαχρονικού αποφθέγματος «Qui desiderat pacem, praeparet bellum» του Ρωμαίου στρατιωτικού συγγραφέα Flavius Vegetius Renatus, από τον πρόλογο του 3ου βιβλίου του έργου του «Epitoma Rei Militaris».