To video της ημέρας

Γιατί διαφωνούν οι μεγάλες δυνάμεις για το ελληνικό χρέος και ποια λύση προωθείται

Σε πεδίο αντιπαράθεσης των «μεγάλων δυνάμεων»  κινδυνεύει να εξελιχθεί το ζήτημα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, όπως φάνηκε από τις δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων αξιωματούχων τις τελευταίες ημέρες. 

Από τις δηλώσεις που έγιναν στη Λίμα του Περού, όπου διεξήχθη η ετήσια σύνοδος του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, έγινε σαφές ότι το ζήτημα του χρέους έρχεται στο προσκήνιο όπως επιδιώκει η ελληνική πλευρά, αλλά διαμορφώνονται δύο στρατόπεδα, τα οποία έχουν διαφορετικές απόψεις για το ζήτημα.


Από τη μια βρίσκεται το ΔΝΤ, αλλά και οι ΗΠΑ και η Γαλλία, που θεωρούν ότι η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους είναι απαραίτητη. Από την άλλη, το στρατόπεδο των «γερακιών» του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που θεωρούν ότι δεν χρειάζονται δραστικές λύσεις, εκτιμώντας προφανώς ότι είναι καλύτερα το χρέος να παραμένει σε εκκρεμότητα έτσι ώστε να υπάρχει μοχλός πίεσης απέναντι στην ελληνική κυβέρνηση.

Ορισμένοι αναλυτές, μάλιστα, διαβλέπουν ότι η απόσταση που καταγράφεται ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν αποκλείεται να αντανακλά και την ευρύτερη διαμάχη που υπάρχει ανάμεσα στο Βερολίνο από τη μια πλευρά και από την άλλη το ΔΝΤ και τις ΗΠΑ και έτσι ενδεχομένως το θέμα του χρέους να αποτελέσει ένα «πιόνι» στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκάκι που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Έχει γίνει ξεκάθαρο τα τελευταία χρόνια ότι οι ΗΠΑ είναι αντίθετες στους χειρισμούς των Γερμανών για την αντιμετώπιση της κρίσης στην ευρωζώνη και ειδικότερα στην αντιμετώπιση της Ελλάδας, ενώ δεν βλέπουν με «καλό μάτι» τις ηγεμονικές τάσεις του Βερολίνου στην Ευρώπη και την τάση του να χειραφετηθεί πολιτικά και διπλωματικά στο διεθνές περιβάλλον.
Από την άλλη πλευρά, το Βερολίνο και κυρίως η πλευρά Σόιμπλε δεν κρύβει την ενόχλησή του κάθε φορά που οι Αμερικανοί επιχειρούν να παρέμβουν στα ευρωπαϊκά πράγματα και ενδεχομένως να υιοθετεί θέση άμυνας μετά τις  εξελίξεις των τελευταίων μηνών όπως η «προσγείωση» της κινεζικής οικονομίας αλλά και το σκάνδαλο της Volkswagen, εξελίξεις που θα έχουν σοβαρές και μακροχρόνιες επιπτώσεις για την γερμανική οικονομία.

Ενδεικτικό των ισορροπιών είναι ότι σε δύο εικοσιτετράωρα, στη Λίμα του Περού έγιναν διαδοχικές δηλώσεις και τοποθετήσεις για το θέμα του χρέους, με τη γενική διευθύντρια του Ταμείου Κριστίν Λαγκάρντνα ξεκαθαρίζει αρχικά ότι το ΔΝΤ δεν πρόκειται να συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα, εάν προηγουμένως δεν έχει λυθεί το ζήτημα του ελληνικού χρέους, το οποίο δεν είναι βιώσιμο.

Σε αντίθετο μήκος κύματος, ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ δήλωσε ότι το θέμα του ελληνικού χρέους δεν είναι επείγον, αφού τα όποια προβλήματα δεν πρόκειται να παρουσιαστούν παρά ύστερα από 15 χρόνια σύμφωνα με την ανάλυση του ESM.

Στον κ. Ντάισελμπλουμ «απάντησε» ο Πόουλ Τόμσεν δηλώνοντας ότι  το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο  και ξεκαθαρίζοντας, έτσι, ότι αυτό που μετράει είναι η ανάλυση βιωσιμότητας του ΔΝΤ και όχι οι εκτιμήσεις του ESM αλλά και ότι εάν τελικά το ζήτημα αντιμετωπιστεί με νέα περίοδο χάριτος και επιμήκυνση των δανείων, ο χρόνος που θα δοθεί και στις δύο περιόδους θα πρέπει να είναι σημαντικός.

Στην ίδια κατεύθυνση ήταν και η τοποθέτηση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Τζακ Λιού ο οποίος μετά τη συνάντησή του με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο τόνισε πως η Ευρώπη πρέπει να υλοποιήσει τη δέσμευσή της  για αναδιάρθρωση του χρέους.

Πέρα από την πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το ελληνικό χρέος, σε τεχνικό επίπεδο, η άποψη που φαίνεται να επικρατεί είναι μια λύση η οποία θα περιλαμβάνει νέα περίοδο χάριτος και επιμήκυνση των δανείων και ένα «πλαφόν» στο ποσό που θα πληρώνει κάθε χρόνο η Ελλάδα για την εξυπηρέτηση των δανείων. Το πλαφόν που έχει συζητηθεί με βάση τις γενικές κατευθύνσεις του ΔΝΤ είναι στο 15% ως προς το ΑΕΠ και το έχει αναφέρει μάλιστα για πρώτη φορά η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ το καλοκαίρι.

Το ποσοστό αυτό είναι υψηλό, αλλά ήδη φαίνεται ότι υπάρχει ευελιξία και διάθεση για να συζητηθεί από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές και μπορεί τελικά να προσδιοριστεί σε χαμηλότερο επίπεδο.


Το πρόβλημα με το ελληνικό χρέος, πάντως, εντοπίζεται κυρίως στις χρονιές 2022 έως 2024 οπότε οι δαπάνες εξυπηρέτησης είναι ιδιαίτερα υψηλές (από 33 δις. ευρώ το 2022 έως 24 δις. ευρώ το 2024) και η εκτίμηση εμπειρογνωμόνων είναι ότι εάν δοθεί νέα περίοδος χάριτος και ουσιαστική επιμήκυνση το ζήτημα μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία.

Το video της εβδομάδας